Η συζήτηση για την Βαλκανική πολιτική της χώρας, είναι κατά κανόνα μια συζήτηση που γίνεται αποσπασματικά, ρηχά και μονόπλευρα, με την έκβασή της να υπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες του θυμικού και ελάχιστα έως καθόλου την υποχρέωση διαμόρφωσης μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής αντίληψης που θα μπορούσε να καταστήσει πρωταγωνιστικό τον ρόλο της Ελλάδας σε μια ρευστή σκακιέρα που τείνει να επαναπροσδιορίσει την φυσιογνωμία της μέσα σε ένα εξόχως συγκρουσιακό περιβάλλον, το οποίο είναι ταυτόχρονα και περιβάλλον συνάντησης κρίσιμων στρατηγικών ανταγωνισμών και αντιπαραθέσεων των ισχυρών του πλανήτη…
Η Συμφωνία των Πρεσπών, ως μια κατάφορα ετεροβαρής και σε βάρος της χώρας μας Συμφωνία, με την οποία ουσιαστικά εκποιήθηκαν θεμελιώδη αξιώματα (που συνθέτουν και εν τέλει «κλειδώνουν» τον σκληρό πυρήνα της Εθνικής κυριαρχίας, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα το αδιαπραγμάτευτο του ιστορικού βάθους του και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να εκποιηθούν) έχει συμβάλει τα μέγιστα στην εκτροπή αυτής της συζήτησης σε μια ανούσια παραφιλολογία που αποπροσανατολίζει τους πολίτες και διευκολύνει το πολιτικό σύστημα που παραμένει εγκλωβισμένο στην παραδοσιακή ατολμία του και σε μια αδιέξοδη διαχείριση των ηττοπαθών επιλογών του.
Στα Βαλκάνια επανενεργοποιούνται σταδιακά οι «παγωμένοι» ιστορικοί ανταγωνισμοί δεκαετιών, οι οποίοι ενσωματώνονται πλέον στα αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά που έχει προσλάβει ήδη η κορυφαία στρατηγική αντιπαράθεση. Αυτή η ποιοτική μετεξέλιξη και πολυμορφία της σύγκρουσης, έρχεται να επιβεβαιώσει, από την μία μεριά τις διαχρονικές ανεπάρκειες που συνθέτουν την Ελληνική βαλκανική παρουσία και από την άλλη τους επιταχυνόμενους ρυθμούς με τους οποίους...